ανασκευάζομαι


ανασκευάζομαι
ανασκευάζομαι, ανασκευάστηκα, ανασκευασμένος βλ. πίν. 36

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανασκευάζομαι — ἀντισκευάζομαι (Α) διακοσμώ κάτι διαφορετικά από πρώτα …   Dictionary of Greek

  • ευθύνω — (ΑΜ εὐθύνω) [ευθύς] κάνω κάτι ευθύ, ευθειάζω, ισιάζω («ευθύνω μέταλλο») νεοελλ. 1. καθιστώ κάποιον υπεύθυνο, βαρύνω κάποιον με ευθύνες 2. (συν. μέσ.) ευθύνομαι είμαι υπεύθυνος, φέρω ευθύνη («θα τιμωρηθούν όσοι ευθύνονται για τις βομβιστικές… …   Dictionary of Greek